Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2012

Βυθισμένες αρχαίες πόλεις στην Αργολίδα


        Στο Σαλάντι , στην Παλαιά Επίδαυρο και στο Δρέπανο


Η αντίληψη που επικρατεί στο ευρύ κοινό σχετικά με την υποβρύχια αρχαιολογία είναι σε μεγάλο βαθμό εσφαλμένη, καθώς το ενδιαφέρον επικεντρώνεται κυρίως στην ανακάλυψη και μελέτη των ναυαγίων και των περιεχομένων τους. Ωστόσο το ενδιαφέρον της εναλίας αρχαιολογίας δεν περιορίζεται μόνο στα ναυάγια, αλλά επεκτείνεται και στην έρευνα αγνώστων πολλές φορές οικισμών και βυθισμένων λιμανιών.

Τα βυθισμένα οικιστικά συγκροτήματα του ελλαδικού χώρου δεν περιβάλλονται βεβαίως από το μυστήριο που γοητεύει πολλούς, όπως η υπόθεση της χαμένης Ατλαντίδος, αλλά συμπληρώνουν καίρια τον αρχαιολογικό ιστό της χώρας και παρέχουν πολύτιμα πληροφοριακά στοιχεία για την ιστορία, το εμπόριο, τις πληθυσμιακές μετακινήσεις, τη γεωλογία και το κλίμα του Αιγαιακού περιβάλλοντος, στο οποίο κυρίως έχουν εντοπιστεί.

 Οι ήδη γνωστές υποβρύχιες αρχαιολογικές θέσεις κατά μήκος των ακτογραμμών της Ελλαδικής επικρατείας καλύπτουν το χρονολογικό πεδίο από την προϊστορική εποχή μέχρι και την πρώιμη βυζαντινή. Συνοπτικά είναι οι παρακάτω:



Σαλάντι Αργολίδας.


Ο προϊστορικός οικισμός βρίσκεται στο μέσο του όρμου των Διδύμων, λίγο βορειότερα του γνωστού σπηλαίου Φράγχθι. Εκτείνεται με κατεύθυνση βορειοδυτικά-νοτιοανατολικά σε μια ζώνη μήκους 400 και πλάτους 30 μ. περίπου κατά μήκος της παραλίας και μέχρι την ισοβαθή των 4 μ. κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας.

Λόγω των αλουβιακών αποθέσεων στο μυχό του όρμου και της ανόδου του επιπέδου της στάθμης του ύδατος η συνολική έκταση του οικισμού δεν είναι δυνατόν προς το παρόν να προσδιοριστεί Η επιφανειακή έρευνα, που έγινε το 1998 από τους αρχαιολόγους της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων Δ. Χανιώτη και Α. Τεγονίδου, και Χ. Αγουρίδη το 2000, έδειξε ότι ο οικισμός θα πρέπει να καταλάμβανε μια έκταση 20 στρεμμάτων περίπου και να βρισκόταν κατά την πρώιμη Εποχή του Χαλκού σε χαμηλή κοιλάδα και σε αρκετή απόσταση από τη θάλασσα, αν κρίνουμε από την ελαφρά κλίση του βυθού. Οι τοίχοι θεμελιώσεως των κτηρίων του οικισμού, που είναι ορατοί σήμερα στην επιφάνεια του βυθού, είναι κατασκευασμένοι από αργούς λίθους και είναι κυρίως δύο τύπων: διπλοί πάχους 50-60 εκατοστών με ενδιάμεσο γέμισμα και μονοί πάχους 30 εκ.

Στο δεύτερο τύπο ανήκει και ημικυκλικό κτίσμα διαμέτρου 4 μ. Αμφότεροι οι παραπάνω τύποι συναντώνται συχνά σε οικισμούς της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδος κατά την πρώιμη Χαλκοκρατία. Από την κεραμική που ανεβρέθει, όπου κυριαρχούν οι ραμφόστομες φιάλες, τα χονδροειδή αγγεία οικιακής χρήσεως, τα ανοικτά αγγεία με ανάγλυφες ταινίες στο άνω μέρος τους καθώς και μυλόλιθοι και τρυπητήρια από ηφαιστειακό υλικό του Σαρωνικού, ο οικισμός χρονολογείται στην πρώιμη Εποχή του Χαλκού και μάλιστα στην δεύτερη και πιο ώριμη φάση της.

 Υπάρχουν ακόμη τα λείψανα 21 βυθισμένων οικισμων στις ακτές της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδος, τους οποίους σε μια απλή κατηγοριοποίηση με κριτήριο την αρχαιότητά τους δυνάμεθα να τους κατατάξουμε ως εξής:

Κλασικοί:  Κεγχρεαί Κορίνθου, Γύθειο Λακωνίας

Ελληνιστικοί: Παλαιά Επίδαυρος Αργολίδος

Βυζαντινοί:  Δρέπανο Αργολίδος.

Εύλογα παρατηρούμε ότι η ύπαρξη βυθισμένων οικισμών, που χρονολογούνται μέχρι και τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες – ενώ έκτοτε λόγω της εμφανίσεως της πειρατείας ατονεί η συγκρότηση παρακτίων πόλεων -, είναι δηλωτική της συνεχούς παρουσίας ενός συνδυασμού γεωλογικών φαινομένων, που εξακολουθεί να βρίσκεται σε αδιάκοπη εξέλιξη επί σειρά χιλιετιών. Η καταβύθιση της Αιγηίδος προ 10-12.000 ετών οφείλεται στην εκδήλωση των ιδίων ακριβώς φαινομένων (άνοδος στάθμης υδάτων, σεισμοί, ηφαιστειακές εκρήξεις), με τη μόνη διαφορά ότι τότε η ένταση και η χρονική διάρκεια τους ήταν σαφώς πολλαπλάσιες σε σύγκριση με τις μεταγενέστερες ιστορικές περιόδους.Αναφορικά με το ερευνητικό μέρος τα κριτήρια της επιλογής ενός υποθαλασσίου χώρου για μελέτη δεν είναι σταθερά, ενώ το λιγοστό προσωπικό της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων (μόλις τριάντα πρόσωπα, δέκα από τα οποία είναι αρχαιολόγοι) σαφώς δεν επαρκεί, για να καλύψει μια επικράτεια με συνολικό μήκος ακτών μεγαλύτερο από ολόκληρης της Αφρικής και θαλάσσιο χώρο σχεδόν διπλάσιο από την ξηρά της. Ευχής έργον θα ήταν η πλήρωση περισσοτέρων θέσεων με ειδικά εκπαιδευμένο προσωπικό στον τομέα της εναλίου αρχαιολογίας καθώς και η μελλοντική εντατικοποίησης των ερευνών με τη χρήση βαθυσκαφών, αφού είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι τα μεγαλύτερα αρχαιολογικά μυστικά βρίσκονται ακόμη κρυμμένα στα μεγαλύτερα βάθη κάτω από το γαλανό πέπλο των ελληνικών πελαγών.

Πηγές – βοηθήματα: Ξέρξη Λίβα, Η Αιγηίς κοιτίς των Αρίων και του Ελληνισμού, Αθήνα 1956.Ηλία Τσατσόμοιρου, Αιγαίο Βουνό, Αθήνα 1981.Ιωάννου Πασσά, Η αληθινή Προϊστορία, Αθήνα 1985.Αλεξάνδρου Καλέμη, Η αποκάλυψη των φυσικών και ιστορικών θησαυρών της Ευβοίας, Αθήνα 2000.Στράβωνος, Γεωγραφικά. Παυσανίου, Ελλάδος Περιήγησις (Αττικά - Αχαϊκά).Υπουργείο Πολιτισμού – Εφορεία Εναλίων Αρχαιοατήτων, Αναφορές των αρχαιολόγων Χρήστου Αγουρίδη, Αικατερίνης Δελλαπόρτα, Παναγιώτας Τίτσα-Μελά, Χρυσηίδας Σαμίου, Ηλία Σπονδύλη, Ελπίδας Χατζηδάκη.Περιοδικό Δαυλός τευχος Απριλίου 2002