Πέμπτη 2 Μαΐου 2019

Andreas Deffner: Το Τολό, οι ψαράδες του και τα ξύλινα καΐκια

Andreas Deffner: Το Τολό, οι ψαράδες του και τα ξύλινα καΐκια
 Ο λάτρης της Ελλάδας Αντρέας Ντέφνερ γράφει στο «Made in Greece» –το τέταρτο μέχρι τώρα βιβλίο του που εκδόθηκε στον οίκο Größenwahn της Φρανκφούρτης– για το Τολό, στην Πελοπόννησο το αδιαφιλονίκητο φαβορί του.

 Το diablog.eu παρουσιάζει από το βιβλίο αυτό την πρώτη μετάφραση αποσπάσματος στα ελληνικά, που εκπονήθηκε από φοιτητές του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Διερμηνείας και Μετάφρασης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης υπό την καθοδήγηση της Δέσποινας Λάμπρου.

Η αλιεία είναι εδώ και πολλές δεκαετίες η κύρια πηγή εισοδήματος για πολλές οικογένειες στον μικρό αυτόν τόπο κοντά στο Ναύπλιο, την πρώτη πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους. Περίπου 1.500 κάτοικοι ζουν σήμερα στο Τολό, σε έναν από τους ομορφότερους κόλπους της Ευρώπης. Στην άκρη του χωριού, απέναντι από το μαγευτικό, ακατοίκητο νησί της Ρόμβης, κατασκευάστηκε πριν από πολλά χρόνια ένα μικρό λιμάνι, όπου κατά τη διάρκεια της ημέρας είναι δεμένα πολυάριθμα χρωματιστά καΐκια.
Η γλώσσα, μια σπάνια ψαριά, ©Andreas Deffner

Τη νύχτα και το χάραμα, οι ψαράδες ανάβουν τις θορυβώδεις μηχανές τους και βάζουν πλώρη για τους πλούσιους ψαρότοπους. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του γραφείου της τοπικής ακτοφυλακής –επειδή προφανώς δεν υπάρχουν ακριβή στατιστικά στοιχεία– ο αριθμός των καταγεγραμμένων ψαράδων στο Τολό κυμαίνεται ακόμη γύρω στους 100· αριθμός, ωστόσο, που ολοένα και μειώνεται. Παλιότερα, τόσο η τέχνη της κατασκευής καϊκιών όσο και το ίδιο το καΐκι περνούσαν από πατέρα σε γιο. Με την ανάπτυξη, όμως, του τουρισμού στο μικρό αυτό ψαροχώρι, όλο και περισσότεροι νέοι άρχισαν να αφήνουν τις βάρκες τους για να ανοίξουν καταστήματα με σουβενίρ, ταβέρνες ή καφενεία, εγκαταλείποντας το ψάρεμα.

Για πολλά χρόνια, ο κόλπος του Τολού θεωρούνταν πλούσιος ψαρότοπος. Όπως οι αμέτρητες τσιπούρες, πέρκες και σαργοί, έτσι συνωστίζονταν άλλοτε και οι τουρίστες στα κρυστάλλινα, γαλαζοπράσινα νερά. Τα καλοκαίρια της δεκαετίας του 1990, υπήρχαν φορές που δεν έπεφτε καρφίτσα στον κεντρικό δρόμο του χωριού, ενώ την ώρα της βραδινής βόλτας η ατμόσφαιρα θύμιζε πανηγύρι. Πλανόδιοι πωλητές λουλουδιών μπαινόβγαιναν στα μπαρ, η δυνατή μουσική των οποίων αντηχούσε στον δρόμο. Στα σταυροδρόμια, τσιγγάνοι πουλούσαν πολύχρωμα μπαλόνια με ήλιον για τα παιδιά, ενώ νεαροί άντρες του χωριού κάθονταν στις καφετέριες παραμονεύοντας, σαν τις γλώσσες στον βυθό, για φρέσκα θηράματα: νεαρές, κομψές Αγγλίδες, χαριτωμένες Ουγγαρέζες, ή ακόμη και Ελληνίδες από την Αθήνα, η οποία απέχει περίπου 150 χιλιόμετρα από το Τολό.
Το Τολό από την αντίπερα όχθη, ©Andreas Deffner

Η εποχή της οικονομικής άνθησης, ωστόσο, έχει περάσει προ πολλού. Το Τολό δεν αποτελεί ελκυστική επιλογή για τους νεαρούς τουρίστες που αναζητούν ξέφρενη διασκέδαση. Πολλοί είναι, βέβαια, οι επισκέπτες που εξακολουθούν να περνούν εδώ τις καλοκαιρινές διακοπές τους, αλλά μόνο οι μεγαλύτεροι θυμούνται ακόμη την κοσμοσυρροή του παρελθόντος. Το χωριό επανέρχεται σιγά σιγά στην αρχική του ηρεμία. Μοιάζει σαν να χόρτασαν πια οι ντόπιοι τη βαβούρα των τουριστών. Όλο και περισσότεροι νέοι και νέες κάθονται τα απογεύματα στο λιμάνι ψαρεύοντας και απολαμβάνοντας την ηρεμία και τη θέα της Ρόμβης. Ο θρυλικός καπετάν Σταύρος*, που ταξίδεψε μόνος του από την Αμερική με ιστιοφόρο κι έπειτα γύρισε κάθε ακτή της Ελλάδας, ισχυριζόταν πάντοτε πως ο πραγματικός παράδεισος βρίσκεται στο Τολό. Καταλαβαίνει κανείς, το αργότερο όταν ατενίσει τη Ρόμβη την ώρα του ηλιοβασιλέματος μυρίζοντας τα αρώματα της άγριας ρίγανης και του πεύκου, πόσο δίκιο είχε ο καπετάνιος.

Η πορεία προς την ανάπτυξη ενός ηπιότερου τουρισμού, με λίγους ψαράδες που θα τηρούν τις αρχές της βιώσιμης αλιείας, θα έπρεπε να ικανοποιεί την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αντιθέτως, η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρεί ότι η ανανέωση του ελληνικού αλιευτικού στόλου δεν προχωρά με αρκετά γοργούς ρυθμούς. Μέσω οικονομικής στήριξης, επιδιώκει την περαιτέρω μείωση του αριθμού των ψαράδων δίνοντάς τους αποζημιώσεις για να αποσύρουν τα καΐκια τους.

«Ματώνει η καρδιά μου, όταν βλέπω τις μπουλντόζες να καταστρέφουν τις χειροποίητες ξύλινες ψαρόβαρκες στο λιμάνι», μου είπε πρόσφατα ένας ηλικιωμένος κάτοικος του Τολού. Οδηγία της ΕΕ. «Σε λίγο δεν θα ξέρει κανείς να φτιάχνει καΐκια. Δύσκολη τέχνη. Και αν δεν υπάρχουν πλέον ψαράδες, γιατί να υπάρχουν κατασκευαστές καϊκιών;»
Θαλάσσια σοδειά με την πλαστική βάρκα, ©Andreas Deffner

Τι θα κάνουν, όμως, στο μέλλον οι ψαράδες που έλαβαν τις υψηλές αποζημιώσεις; Ήδη από παλιά, τότε που ακόμη έφταναν στο χωριό ορδές τουριστών, δεν ήταν εύκολο να πετύχει μια νέα επιχειρηματική ιδέα. Υπήρχαν πολλές ψαροταβέρνες και ψητοπωλεία, ενώ ήταν δύσκολο να συναγωνιστεί κανείς τον αυθεντικό και πρωτότυπο χαρακτήρα των μαγαζιών που βρίσκονταν εκεί από παλιά. Τώρα, με την κρίση, η κατάσταση έχει γίνει ασύγκριτα δυσκολότερη. Σχεδόν κάθε δεύτερο κατάστημα παρέμενε κλειστό για χρόνια, αν και σιγά σιγά διαφαίνεται μια αλλαγή προς το καλύτερο. Κι όμως, το χωριό, τα ξενοδοχεία, οι ξενώνες και οι ταβέρνες πασχίζουν ακόμη να επιβιώσουν, ενώ νέες θέσεις εργασίας σε τομείς πέραν του τουρισμού δεν φαίνεται να υπάρχουν. Τι κάνει, λοιπόν, ένας πρώην ψαράς, ο οποίος χάρη στην αποζημίωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει μείνει πλέον χωρίς βάρκα; Επενδύει ένα μέρος από την αποζημίωση απόσυρσης για να αγοράσει μια καινούρια, φτηνή, πλαστική βάρκα, την δηλώνει εκ νέου και συνεχίζει την παλιά του ενασχόληση. Με ό,τι του απομένει από αυτά τα χρήματα, καλύπτει τις ζημίες που έχει υποστεί λόγω της κρίσης.

Με την οικονομική κρίση δεν κατέρρευσε μόνο η οικονομία, αλλά μειώθηκε αισθητά και η ζήτηση για ακριβά ψάρια. Όσοι έχουν ακόμη την οικονομική δυνατότητα να γευματίσουν σε κάποιο εστιατόριο, αντί για τσιπούρα ή γλώσσα, επιλέγουν σαρδέλα ή αθερίνα. Οι ψαράδες, που παρά την αποζημίωση απόσυρσης δεν έγιναν πλούσιοι, είναι εκείνοι που υφίστανται τις συνέπειες.

Και ο Περικλής αντιλαμβάνεται πως οι Έλληνες παραγγέλνουν πλέον συγκρατημένα. H βεράντα της ψαροταβέρνας του, «Το Νέον», βρίσκεται στην καλύτερη τοποθεσία του Τολού, μπροστά ακριβώς από μια υπέροχη αμμουδιά, και σε καλεί να ξαποστάσεις κάτω από τον ίσκιο των παραδεισένιων δέντρων της· όμως εδώ και καιρό δεν σφύζει από κόσμο, όπως συνέβαινε τη δεκαετία του 1990. Αυτό, το πλέον αυθεντικό εστιατόριο της περιοχής, υπάρχει από το 1950. Ήταν ένα από τα πρώτα την εποχή που οι γονείς του Περικλή αποφάσισαν να το ανοίξουν. Ο πατέρας του, ο Αριστείδης, ήταν κι εκείνος ψαράς και έκανε αυτό που ήξερε καλύτερα. Στα τηγάνια και τις κατσαρόλες της γυναίκας του, της Βαγγελιώς, έμπαιναν καθημερινά μόνο τα φρέσκα ψάρια που έβγαζε. Και, μαζί, με γνήσιο ελληνικό φιλότιμο φιλοξενούσαν επί δεκαετίες Έλληνες και ξένους επισκέπτες στα λιγοστά ενοικιαζόμενα δωμάτια πάνω από το εστιατόριο. Εξίσου δραστήριοι, φιλικοί και πάντα καλοδιάθετοι είναι και οι σημερινοί ιδιοκτήτες της επιχείρησης, ο Περικλής και η αδελφή του η Ειρήνη. Ένα βράδυ στην ωραιότερη βεράντα του Τολού είναι κάτι παραπάνω από ένα εξαίσιο δείπνο. Η ταβέρνα «Tο Νέον» παραμένει μέχρι σήμερα ένας τόπος συνάντησης φίλων, ένα μέρος για να ξεφύγει κανείς από την καθημερινότητα και, ενίοτε, για να φιλοσοφήσει. Πιθανότατα, γι’ αυτόν τον λόγο έρχομαι και εγώ τακτικά σ’ αυτό το μέρος εδώ και 25 χρόνια. Θυμάμαι μια επίσκεψή μου τον Απρίλιο του 2014, που καθίσαμε με τον Περικλή πάνω από μια πιατέλα με ευωδιαστές τηγανητές σαρδέλες και χαθήκαμε στις σκέψεις μας για το ψάρεμα. Η ανιψιά του, η Ελένη, μας έφερε μια καράφα με δροσερό λευκό κρασί και μια φρέσκια, τραγανή σαλάτα. «Στην υγειά μας!», ευχηθήκαμε, και τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας.

«Ξέρεις, το θέμα με τις ψαρόβαρκες και την αποζημίωση απόσυρσης δεν λέει να βγει από το μυαλό μου», συλλογίστηκε φωναχτά ο Περικλής. «Δεν θα ήταν πολύ καλύτερο να μην καταστρέφονταν τα όμορφα καΐκια, αλλά να παρουσιάζονταν ως εκθέματα σε ένα υπαίθριο μουσείο;»
Τσίμπησα άλλη μια σαρδέλα. Πράγματι, οι γνήσιες, ξύλινες βάρκες των ψαράδων του Τολού γίνονται σταδιακά τόσο σπάνιες όσο και οι γλώσσες στις ταβέρνες. Μια έκθεση ψηλά στον λόφο, πάνω από τις στέγες του χωριού, με θέα προς τον κόλπο και τα νησιά, θα ήταν όνειρο. Θυμήθηκα πάλι την ιδέα που είχαμε πριν από είκοσι και πλέον χρόνια: ένα τελεφερίκ να ενώνει το κέντρο του χωριού με το βουνό και στην κορυφή του βουνού ένα μαγαζί όπου θα μπορεί κανείς να περάσει την ώρα του πίνοντας φραπέ, ούζο ή μπίρα. Όμως, ποιος θα χρηματοδοτούσε σε καιρό κρίσης ένα μουσείο, πόσο μάλλον ένα τελεφερίκ, και μάλιστα σε μια περιοχή, η οποία εσφαλμένα δεν συγκαταλέγεται πια στους δημοφιλέστερους τουριστικούς προορισμούς;

Εκείνο το βράδυ, ενώ βρισκόμουν στο κρεβάτι μου και αφουγκραζόμουν τον παφλασμό των κυμάτων, έκανα μια σκέψη: χρειαζόμαστε ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα στήριξης για τη διατήρηση του αυθεντικού, πολύτιμου καθημερινού τρόπου ζωής των Ελλήνων!

Και όταν αποκοιμήθηκα, είδα στον ύπνο μου μια διαφήμιση. Μια φωνή που έμοιαζε με Σειρήνας ψιθύριζε στο αυτί του θεατή: «Επισκεφτείτε την ταβέρνα “Το Νέον” στο Τολό! Κορυφαία στο είδος της, όπως και η γλώσσα ανάμεσα στα ψάρια. Και πάντα να έχετε στο μυαλό σας αυτό που λέμε εμείς οι Έλληνες: Δεν χρειαζόμαστε ψυχολόγο, χρειαζόμαστε Ελλάδα, θάλασσα και ήλιο!»

Ο Περικλής σίγουρα θα συμφωνούσε, με ένα ζωηρό νεύμα επιδοκιμασίας.

*Περισσότερες πληροφορίες για τον καπετάν Σταύρο, στο βιβλίο μου Heimathafen Hellas (Ελλάδα, λιμάνι και πατρίδα μου).

Κείμενο και φωτό: Andreas Deffner. Η μετάφραση του κειμένου έγινε από τους φοιτητές του ΔΠΜΣ Διερμηνείας και Μετάφρασης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Γεώργιο Βασιλικάρη, Ελένη Δημητριάδου, Έλλη Καρατζά, Βασιλική Κατσανίκου, Χαρούλα Κωνσταντινίδου, Δέσποινα Λαζαρίδου και Φρειδερίκη Τζιογκίδου, υπό την καθοδήγηση της Δέσποινας Λάμπρου.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά, με ελαφρώς τροποποιημένη μορφή, στο γερμανόφωνο περιοδικό για την Ελλάδα «neaFoni-Magazin». Ιστοσελίδα του συγγραφέα: www.abenteuer-griechenland.eu.

Πηγή: diablog.eu